Η ιστορία του χωριού μας

Στα 600 με 800 μ.Χ. από την ευρύτερη περιοχή και της Βόρειας Κυνουρίας πέρασαν οι Σλάβοι. Ήταν γεωργοί και ποιμένες , που τελικά αφομοιώθηκαν από τους γηγενείς κατοίκους της περιοχής. Όμως άφησαν τις ονομασίες στη γλώσσα τους σε πολλά τοπωνύμια. Στην περιοχή του χωριού μας ανέκαθεν ευδοκιμούσε η ελιά. Επειδή στο πέρασμά τους βρήκαν, κυρίως στο Σαμόνι, πολλά ελαιόδεντρα, ονόμασαν στην γλώσσα τους την περιοχή Μaslina ή Μάσκλινα που στα Ελληνικά σημαίνει τόπος με ελαιόδεντρα.

Πολύ αργότερα, με την λήξη του απελευθερωτικού αγώνα του 21 η περιοχή Σαμόνι κατοικείται από εποίκους του Καστριού. Αυτοί διέμεναν σε πρόχειρες εγκαταστάσεις (καλύβες) περιστασιακά και μάζευαν τις ελιές τους. Γι’ αυτό η περιοχή αποκαλείτο τότε «Καλύβια Καστρίου». Οι Καστρίτες άρχισαν σταδιακά να οργανώνονται δημιουργώντας στην περιοχή μικρούς οικισμούς (Λιατσέκα, Κατσιρέκα, κλπ) ονομάζοντας την ευρύτερη περιοχή με το τοπωνύμιο Μάσκλινα, αυτό το όνομα που είχαν αφήσει στο πέρασμά τους οι Σλάβοι. Επειδή το ήπιο κλίμα ευνοούσε την παραμονή τους στην περιοχή, άρχισαν σιγά – σιγά τις δεκαετίες του 1840 και 1850 να κτίζουν στη σημερινή θέση και σε ξεχωριστές γειτονιές μόνιμες κατοικίες με πέτρα που αφθονούσε εκεί γύρω. Μάλιστα στα μέσα της δεκαετίας του 1850 έκτισαν στο σημερινό σημείο μικρό ναό προς τιμή του Αγίου Γεωργίου, για να καλύπτουν και τις λατρευτικές τους ανάγκες και γύρω από αυτόν οριοθέτησαν μικρό νεκροταφείο για τους Μασκλινιώτες που έφευγαν από τη ζωή. Έτσι η περιοχή από «θέση ολίγον κατωκημένη» όπως την ονόμαζαν, άρχισε να εξελίσσεται σε οικισμό.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1880 πέρασε από το χωριό μας το τραίνο. Αυτό έδωσε καθοριστική ώθηση στην οικιστική, πληθυσμιακή και οικονομική ανάπτυξη του χωριού μας, αφού από το σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού διακινούνταν όλοι οι ταξιδιώτες και τα εμπορεύματα σε ολόκληρη την Κυνουρία, που τη μεταφορά τους ενεργούσαν με τα μουλάρια Μασκλινιώτες αγωγιάτες. Όμως το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων όλη αυτή την περίοδο της ύπαρξης του χωριού μας ήταν διπλοκάτοικοι. Το βαρύ χειμώνα ξεχειμώνιαζαν στη Μάσκλινα και την άνοιξη ανέβαιναν στο Καστρί, απολαμβάνοντας τις δροσιές του. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1900 το χωριό είχε και σχολείο. Το 1927 άλλαξε η ονομασία του χωριού και από «Μάσκλινα» που όπως αναφέραμε είχε Σλάβικη προέλευση, ονομάστηκε «Ελαιοχώριον».

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1940 το χωριό μας, περνώντας μέσα από τη φωτιά της κατοχής και του εμφύλιου, άρχισε να φθίνει πληθυσμιακά, ακολουθώντας τη μοίρα όλων των ορεινών οικισμών της Ελληνικής υπαίθρου. Ολόκληρες οικογένειες, αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν στις μεγάλες πόλεις της χώρας μας (αστυφιλία) αλλά και σε διάφορες χώρες του κόσμου (εξωτερική μετανάστευση), βελτιώνοντας έτσι την οικονομική τους κατάσταση και το βιοτικό τους επίπεδο. Κανένας όμως δεν ξέχασε τον τόπο που είδε το πρώτο φως στη ζωή του. Νοσταλγικά ξαναγυρνούν τα καλοκαίρια έστω και για λίγο στον τόπο που γεννήθηκαν.

Η πληθυσμιακή εξέλιξη του χωριού μας

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα επίσημα στοιχεία, από το 1889 μέχρι τις μέρες μας, για να μαθαίνουν τα νεαρά βλαστάρια της Μάσκλινας πως κάποτε η ιδιαίτερη Πατρίδα τους ήταν πιο μεγάλη πληθυσμιακά και έσφυζε από ζωή.

  • Έτος 1889 αριθμός κατοίκων 466
  • Έτος 1896 αριθμός κατοίκων 278 μείωση 188 κάτοικοι
  • Έτος 1907 αριθμός κατοίκων 756 αύξηση 478 κάτοικοι
  • Έτος 1920 αριθμός κατοίκων 1026 αύξηση 270 κάτοικοι
  • Έτος 1928 αριθμός κατοίκων 938 μείωση 88 κάτοικοι
  • Έτος 1940 αριθμός κατοίκων 836 μείωση 102 κάτοικοι
  • Έτος 1951 αριθμός κατοίκων 977 αύξηση 141 κάτοικοι
  • Έτος 1961 αριθμός κατοίκων 892 μείωση 85 κάτοικοι
  • Έτος 1971 αριθμός κατοίκων 668 μείωση 224 κάτοικοι
  • Έτος 1981 αριθμός κατοίκων 641 μείωση 27 κάτοικοι
  • Έτος 1991 αριθμός κατοίκων 581 μείωση 60 κάτοικοι
  • Έτος 2001 αριθμός κατοίκων 487 μείωση 94 κάτοικοι
  • Έτος 2011 αριθμός κατοίκων 394 μείωση 93 κάτοικοι
  • Έτος 2021 αριθμός κατοίκων 317 μείωση 77 κάτοικοι
  • Ήδη από το έτος 1835 άρχισαν να διαμένουν κάτοικοι στη Μάσκλινα, έστω και προσωρινά, με τα εξής επώνυμα: Αντωνάκος, Κουρβετάρης, Μακρής, Στρατηγάκος, Κουρλιμπίνης, Κορολής, Μπόμπολος, Ξάμπλας, Σιάμπος, Σκλημπόσιος.

    Επίσης κατά το έτος 1836 βρίσκουμε, πλην των ανωτέρω, και κατοίκους με επώνυμα: Μαθαιούλης και Σελίμος.

  • Αργότερα το έτος 1841 προστίθενται κάτοικοι με επώνυμα: Καπράνος, Λύγδας και Παναγιωτάκος.
  • Κατά το έτος 1850 βρίσκουμε και κατοίκους με επώνυμα: Ελενιός, Μπαρκούζος, Παναγάκος, Παναγόπουλος, και Σκιντζής.
  • Κατά το έτος 1852 βρίσκουμε και κατοίκους με επώνυμα: Γιάνναρης και Διαμαντόπουλος.
  • Κατά το έτος 1853 βρίσκουμε καινούργιους κατοίκους με επώνυμα: Κίκιζας και Ξυνός.
  • Κατά το έτος 1889 βρίσκουμε κατοίκους με το επώνυμο Κατσίρης.
  • Κατά το έτος 1890 βρίσκουμε κατοίκους με το επώνυμο Μίλης ή Κάβουρας.
  • Κατά το έτος 1894 βρίσκουμε τα επώνυμα Μπουτσικάκης, Ράλλης και Τσιώρος.
  • Όμως τα τελευταία αυτά επώνυμα δεν είναι Καστρίτικα. Οι οικογένειες με επώνυμο Κατσίρης, Μίλης και Τσιώρος προέρχονται από τα Βέρβενα, η οικογένεια με το επώνυμο Μπουτσικάκης από τα Κούτρουφα και η οικογένεια με το επώνυμο Ράλλης από τον Αχλαδόκαμπο.
  • Κάτοικοι με επώνυμα που δεν υπάρχουν πλέον στο χωριό, ήταν: Κουραβέλος, Μαντζιώρος, Ελενιός, Παναγόπουλος, Σελίμος, Περεντές, Διαμαντόπουλος, Κοκόρης, Πανταζής, Μπαλούρδος, Μπουτσικάκης, Ντζιουβελέκος, Αθανασάκος και Καψάλης.
    Από τα παραπάνω συμπερασματικά προκύπτει πως ο οικισμός της Μάσκλινας ήδη από την λήξη ελληνικής επανάστασης, επί Οθωνικής κυριαρχίας το 1835, άρχισε να αναπτύσσεται οικιστικά και πληθυσμιακά, από εποίκους Καστρίτες κυρίως, που έμεναν εκεί στη αρχή περιστασιακά σε πρόχειρα καταλύματα και αργότερα σε μόνιμες εγκαταστάσεις.

    Οι Μασκλινιώτες αγωγιάτες

    Μέχρι την δεκαετία του 1930 το μοναδικό μέσο μεταφοράς ανθρώπων και εμπορευμάτων ήταν το τραίνο που περνούσε από το χωριό μας. Δεν είχαν ανοιχτεί αυτοκινητόδρομοι στην ευρύτερη περιοχή της Κυνουρίας. Η διακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων στην περιοχή αυτή γινόταν: α) με πεζοπορία, «με τα πόδια» όπως έλεγαν, β) με ιδιόκτητο μεγάλο ζώο, μουλάρι ή γαϊδούρι και πολύ σπάνια με άλογο, αφού στην περιοχή εκείνη την εποχή υπήρχαν ελάχιστα και γ) με μισθωμένο από τον ταξιδιώτη γαϊδουρομούλαρο. Τα ζώα ή ανήκαν στον ιδιοκτήτη των μεταφερομένων εμπορευμάτων ή ήταν μισθωμένα μαζί με τον οδηγό τους που κατά κανόνα ήταν και ιδιοκτήτης τους. Έτσι προέκυψε το επάγγελμα του «αγωγιάτη» και πολλοί από τους κατοίκους του χωριού, εκτός από τις γεωργικές ασχολίες τους, ασκούσαν δευτερευόντως και αυτό το επάγγελμα. Μετέφεραν με τα μουλάρια τους ανθρώπους και εμπορεύματα «με πληρωμή» από την Μάσκλινα που ως εκεί έφταναν με το τραίνο, μέχρι το Καστρί, τον Άγιο Πέτρο και σε ολόκληρη την ορεινή Κυνουρία.

    Οι αγωγιάτες και οι στρατοκόποι τις ανάστερες και παγωμένες νύχτες του χειμώνα, που δεν έβλεπαν να περπατήσουν πάνω στις κακοτράχαλες πέτρες, διπλώνονταν με τη χλαίνη τους και καβαλούσαν πάνω στα μουλάρια τους, εμπιστευόμενοι τον εαυτό τους σε αυτά, που είχαν το προνόμιο να «βλέπουν» την νύχτα το δρόμο, για να τους οδηγήσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους. Ανέβαιναν τον Αρμακά, περνούσαν την ΑγιαΣοφιά και έπαιρναν το σκληρό και άδενδρο μονοπάτι της «Λαγκάδας». Όταν περνούσαν πιά και την «κορφή της Λαγκάδας» έφταναν σε ένα άνυδρο, κακοτράχαλο οροπέδιο, το Δραγούνι, οπότε αντίκρυζαν δεξιά, κοντά στο δρόμο τους, το χάνι του «Τριανταεφτά» και έσπαγε λίγο ο πάγος της μοναξιάς που πλάκωνε την ψυχή τους, ελπίζοντας πως υπάρχει εκεί κοντά κάποια ανθρώπινη ψυχή να προστρέξει για βοήθεια, αν χρειαζόταν. Όταν περνούσαν και από το Χάνι του «Κοσκινά» που ήταν παραπάνω, συναντούσαν εκεί και άλλους στρατοκόπους που έφταναν προερχόμενοι από άλλες κατευθύνσεις, αντάλλασαν πέντε κουβέντες μεταξύ τους, ξεκουράζονταν για λίγο και ανανεωμένοι συνέχιζαν το δρόμο τους, παίρνοντας τον κατήφορο για το Καστρί και τον Άγιο Πέτρο.

    Άλλοι Μασκλινιώτες αγωγιάτες πάλι φόρτωναν στα μουλάρια τους εμπορεύματα που είχαν φτάσει μέχρι το χωριό με το τραίνο και, ιδιαίτερα την περίοδο του τρύγου των αμπελιών, τα ασκιά με το μούστο και τα μετέφεραν στο Άστρος, στο Κορακοβούνι στον Άγιο Ανδρέα και στα άλλα χωριά της βορειοανατολικής Κυνουρίας. Στο δρόμο τους σταματούσαν να πάρουν μια ανάσα αυτοί και τα ζώα τους στα χάνια του «Τσιμούρη», που ήταν χτισμένα στην περιοχή της Πλατάνας, ακριβώς πάνω στον οδικό κόμβο Μάσκλινας –περιοχής Θυρέας και είχαν ασταμάτητη κίνηση μέρα νύχτα, γι’ αυτό και λειτουργούσαν σε εικοσιτετράωρη βάση. Από εκεί συνέχιζαν τον σχετικά βατό χωματόδρομο για τον προορισμό τους.

    O χωριανός μας δάσκαλος Γ.Μίλης σημειώνει πως: «όλα τα εμπορεύματα και οι άνθρωποι με προορισμό την ΑγιαΣοφιά, το Καστρί, τον Άγιο Πέτρο και όλα τα γύρω μικρότερα χωριά κατέβαιναν στο Ελαιοχώρι και με τα ζώα πήγαιναν στα χωριά. Αποστάσεις από μια έως πέντε ώρες. Την μεταφορά των ανθρώπων με τα ζώα την έλεγαν «καβάλες».

    Έτσι ημέρα και νύχτα οι Μασκλινιώτες αγωγιάτες με 150-200 μουλάρια μετέφεραν άλευρα και παντός είδους εμπορεύματα σε όλα τα χωριά, αλλά κυρίως στα δύο κεφαλοχώρια Καστρί και Άγιο Πέτρο, που είχαν μεγάλη ζωή και κίνηση. Από εκεί κατά την επιστροφή μετέφεραν πατάτες, κεράσια, βύσσινα και άλλα προϊόντα που προορίζονταν για να μεταφερθούν σιδηροδρομικώς στις αγορές του Άργους και των Αθηνών.

    Το αγώγι μέχρι Καστρί, Άγιο Πέτρο είχε 35 με 40 δραχμές. Πολύ μικρό αν το συγκρίνει κανείς με τα έξοδα του πεταλώματος του μουλαριού, την αξία των παπουτσιών, τις τιμές των τροφίμων, αφού 10 δραχμές είχε η οκά το αλεύρι. Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα αγροτικά, βιομηχανικά και βιοτεχνικά προϊόντα, η φτώχεια και η μεγάλη προσφορά εργασίας, δημιουργούσαν την ανισότητα αυτή, που επακόλουθο είχε και την ανθρώπινη εκμετάλλευση.

    Με τα αγώγια και την συγκοινωνία το Ελαιοχώρι είχε πολλά μαγαζιά, μπακάλικα, εμπορικά, ταβέρνες, χασάπικα και μεγάλη κίνηση και ζωή. Όλα όμως πήραν την κατιούσα, όταν τέλειωσε ο αυτοκινητόδρομος Τριπόλεως-Καστρίου-Αγ. Πέτρου- Άστρους και οι μεταφορές ανθρώπων και εμπορευμάτων εγίνοντο με τα αυτοκίνητα».

    Σήμερα όλα τα μονοπάτια έχουν ρημάξει και αποτελούν για τους λίγους εναπομείναντες υπέργηρους Μασκλινιώτες μια γλυκόπικρη ανάμνηση.

    Το ξεκαλοκαίριασμα των κατοίκων στη Μάσκλινα

    Παλιότερα τους καλοκαιρινούς μήνες στην περιοχή του χωριού η ζέστη ήταν ανυπόφορη, ιδιαίτερα τις μεσημεριανές ώρες. Εκείνη την εποχή η έλλειψη πρασίνου, λόγω της υπερβολικής βόσκησης, στο δάσος του γειτονικού όρους Παρθενίου (Ροϊνά), αλλά και εντός του οικιστικού πυρήνα του χωριού, δημιουργούσε συνθήκες καύσωνα, που διαρκούσε πολλές ημέρες. Οι κλιματολογικές συνθήκες και ειδικότερα οι συχνοί καύσωνες τους καλοκαιρινούς μήνες ανάγκαζαν ανέκαθεν τους κατοίκους του χωριού να εγκαταλείπουν ομαδικά το χωριό και να μεταβαίνουν στο ορεινό χωριό τους, το Καστρί. Εκεί οι καλοκαιρινές θερμοκρασίες ήταν τελείως διαφορετικές και έκαναν άνετη την διαμονή τους.

    Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 πολλοί από τους κατοίκους του χωριού δεν ανέβαιναν πιά στο Καστρί, αλλά παρέμεναν μόνιμα στη Μάσκλινα όλο το χρόνο. Τους καλοκαιρινούς μήνες, μη υποφέροντας τη ζέστη, κατά τις μεσημεριανές ώρες κατέβαιναν στα δροσερά υπόγεια των κατοικιών τους, που η θερμοκρασία εκεί ήταν υποφερτή. Όσοι έβγαιναν να πάνε στα χωράφια τους και στα περιβόλια τους τους καλοκαιρινούς μήνες, μετέβαιναν εκεί πριν ακόμη χαράξει και ανατείλει ο αυγερινός. Περίμεναν στο χωράφι μέχρι να ξημερώσει, βόσκοντας τα ζωντανά τους και με το πρώτο φως της ημέρας άρχιζαν τη δουλειά. Μόλις όμως έφτανε δέκα η ώρα και πριν αρχίσει η ανυπόφορη ζέστη φόρτωναν στα ζώα τους ό, τι είχαν συγκεντρώσει για το νοικοκυριό τους (ξύλα, οπωροκηπευτικά από το μποστάνι* τους κλπ ), καβαλούσαν τα ζώα και γύριζαν γρήγορα στα σπίτια τους. Τα ξεφόρτωναν και τα έδεναν στην αυλή του σπιτιού στους ίσκιους κάτω από τις μουριές και τις μυγδαλιές, γιατί τα καλύβια που τα στέγαζαν ήταν στο εσωτερικό τους ζεστά σαν «καμίνια». Μόλις βράδιαζε έβγαζαν στις ταράτσες και στα μπαλκόνια των σπιτιών τους κλινοσκεπάσματα για να κοιμηθούν εκεί πάνω στο ύπαιθρο, έξω από το σπίτι. Θυμάμαι νοσταλγικά την εποχή που ανεβαίναμε με το νύχτωμα όλη η οικογένεια να κοιμηθούμε στην ταράτσα του καλυβιού μας, γιατί το σπίτι ήταν πολύ ζεστό. Όταν ξαπλώναμε και πριν να κοιμηθούμε οι γονείς μας μας δίδασκαν κοσμογραφία δείχνοντάς μας στο ουράνιο στερέωμα τον «γαλαξία» μιά τεράστια φωτεινή λουρίδα που απλώνεται στον ουρανό από βορά προς νότο, που μας τον έλεγαν «Ιορδάνη ποταμό», τον αστερισμό της «πούλιας» που μας την έλεγαν επταπάρθενο χορό, τους αστερισμούς της «μικρής και της μεγάλης άρκτου» που μας τα έλεγαν αλετροπόδια κλπ. Μας έπαιρνε ο ύπνος με τα νανουρίσματα των γρύλων, του γκιώνη και των τζιτζικιών. Το πρωϊνό, πολύ πριν βγει ο ήλιος από την περιοχή του Καυκαλά, μας ξυπνούσαν για να μαζέψουν τα κλινοσκεπάσματα να μην τα βρει ο ήλιος στην ταράτσα.

    Τελευταία όμως το μικροκλίμα της περιοχής έχει αλλάξει ριζικά, με θερμοκρασίες υποφερτές και τους καλοκαιρινούς μήνες, όλη την διάρκεια του εικοσιτετράωρου. Τούτο οφείλεται στην αλματώδη ανάπτυξη της δασοκάλυψης, στους πρόποδες του όρους Παρθενίου (Ροϊνά) και στην δεντροφύτεψη με μουριές και άλλα σκιόφυλλα δέντρα, όλων των ασκεπών οικοπέδων που γειτνιάζουν με τον οικισμό ή αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του, καθώς και στη μείωση της βόσκησης του δάσους, στους πρόποδες του όρους Παρθενίου από τα ποίμνια. Έτσι απολαμβάνουμε εμείς σήμερα τη δροσιά στο χωριό μας, ιδιαίτερα τις πρωινές και τις βραδινές ώρες, αλλά και τα μεσημέρια που η θερμοκρασία στον ίσκιο είναι υποφερτή.