Για πολλές δεκαετίες, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν πια το αυτοκίνητο αποτέλεσε το κύριο μέσο μεταφοράς, ο σιδηροδρομικός σταθμός του χωριού μας κατέστη σημείο μεγάλης επιβατικής και εμπορευματικής κίνησης. Καθημερινά οι κάτοικοι του χωριού, μετέβαιναν με το πρώτο πρωινό τραίνο στις γειτονικές μεγάλες πόλεις και την Αθήνα, για την τακτοποίηση των υποθέσεών τους με άνεση και ασφάλεια, και για την αγορά των απαραίτητων αγαθών και επέστρεφαν αυθημερόν ή την επομένη πάλι με το τραίνο στα σπίτια τους. Αλλά και οι επιβάτες του τραίνου οι προερχόμενοι από την Αθήνα και το εξωτερικό, που προορίζοντο για τα γύρω χωριά της Κυνουρίας αποβιβάζοντο στο σταθμό της Μάσκλινας και από εκεί με τα μουλάρια και με αγωγιάτες Μασκλινιώτες κυρίως, οδηγούντο μαζί με τις αποσκευές τους στα χωριά τους. Από την έναρξη λειτουργίας του σιδηρόδρομου δημιουργήθηκε από τους κατοίκους της Μάσκλινας το δευτερεύον επάγγελμα του αγωγιάτη, που πριν από τη λειτουργία του τραίνου ήταν ανύπαρκτο.
Τα κτίσματα του σιδηροδρομικού σταθμού κτίστηκαν ταυτόχρονα με την διάνοιξη του σιδηροδρομικού δικτύου. Ο σταθμός αποτελείται από δύο κτιριακά συγκροτήματα, το κεντρικό κτίριο του σταθμού και απέναντι ένα δεύτερο κτίριο χαμηλότερο από το πρώτο. Και τα δύο κτίρια είναι σκεπασμένα με δίρριχτες στέγες κεραμοσκεπείς. Είναι όλα πετρόχτιστα από μαύρες πελεκητές πέτρες πολυγωνικές, χτισμένες με άριστη αρχιτεκτονική, κατά το πρότυπο όλων των κτιρίων του σιδηροδρομικού δικτύου της Πελοποννήσου. Οι γωνίες των κτιρίων είναι χτισμένες με ορθογώνιες πελεκητές πέτρες που οι εξωτερικές πλευρές τους σχηματίζουν στις γωνίες ανώμαλη, μη επίπεδη επιφάνεια. Είναι τοποθετημένες με τις μικρές πλευρές τους εναλλάξ καθ’ ύψος. Οι εξωτερικές κάθετες γωνίες και τα ανώθυρα στις πόρτες και τα παράθυρα των κτιρίων είναι κτισμένες με συμπαγή τούβλα βαμμένα πορφυρά και πέτρες πελεκημένες κατάλληλα στο άνω μέρος τους βαμμένες με χρώμα λευκό.
Πάνω από την κεντρική είσοδο του σταθμού και στις δύο πλαϊνές όψεις του, στο ίδιο ύψος από το έδαφος βρίσκεται πινακίδα με ευανάγνωστα κεφαλαία γράμματα που αναγράφει ΕΛΑΙΟΧΩΡΙΟΝ ενώ παλαιότερα προ του 1927 έφραφε ΜΑΣΚΛΙΝΑ. Επίσης, στην μπροστινή όψη βρισκόταν και το τεράστιο ρολόι που έδειχνε την ώρα στους επιβάτες και τους περαστικούς. Σε ολόκληρο το μήκος της μπροστινής όψης του κτιρίου υπάρχει στέγαστρο από λαμαρίνα με σιδερένια στηρίγματα στον τοίχο του για να προστατεύονται οι επιβάτες που επρόκειτο να ταξιδέψουν από τη βροχή. Το κτήριο αυτό στέγαζε το γραφείο του Σταθμάρχη που ήταν εγκατεστημένο το τηλέτυπο που λειτουργούσε με τον Μορσικό Αλφάβητο και δίπλα ακριβώς βρισκόταν η αίθουσα αναμονής των επιβατών του σιδηροδρόμου. Στο πίσω μέρος του κτιρίου τα δύο δωμάτια του αποτελούσαν το κατάλυμα του σταθμάρχη και της οικογενείας του.
Τα μαγαζιά στην περιοχή του σταθμού το τραίνου
Στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού είχε αναπτυχθεί παλιότερα μεγάλη αγορά, όπως το κατάστημα γενικού εμπορίου του Γιάννη Κουρβετάρη. Στο κατάστημα αυτό εύρισκες ό,τι μπορείς να φανταστείς, είχε και «του πουλιού το γάλα». Σε μια γωνιά είχε αναρτήσει στον τοίχο την λαϊκή ρήση «πώληση τοις μετρητοίς και φιλία…..διαρκής». Για να γίνει κατανοητή η εμπορική κίνηση του καταστήματος εκείνη την εποχή σημειώνουμε ότι μερικές ημέρες της εβδομάδος και ιδιαίτερα τις Κυριακές συγκεντρώνονταν γύρω από το κατάστημα μέχρι και 150 μουλάρια με χωρικούς της γύρω περιοχής (Ανδρίτσα, Αγια Σοφιά, Άγιος Γεώργιος, κ.λ.π.) που έρχονταν στο κατάστημα να κάνουν τα ψώνια τους.
Δίπλα ακριβώς από το κατάστημα του Κουρβετάρη στεγαζόταν η χασαποταβέρνα – καφενείο που λειτούργησε αρχικά από τον Γιώργη Καγκλή (Κορδίκο) και στη συνέχεια από τους Γιώργη Παπαϊωάννου (Γάλη- Γάλη) και Κώστα Μπαμπά. Τροφοδοτούσε με κρεατικά κυρίως τους κατοίκους του πάνω χωριού, ενώ εκεί στα λιγοστά τραπεζάκια της περνούσαν τις ώρες τους, απολαμβάνοντας τον καφέ τους και παίζοντας «πρέφα» και «δηλωτή» οι κάτοικοι της ίδιας γειτονιάς. Στο βορινό μέρος του κτιρίου του σταθμού λειτουργούσε το καφενείο του Παναγιώτη Κουρλιμπίνη (Μούντρου) που σε μια γωνιά του λειτουργούσε για μικρό χρονικό διάστημα και κουρείο, ενώ δίπλα στις γραμμές του τραίνου λειτουργούσε το περίπτερο του Γιώργη Κουρλιμπίνη (Πρέζα).
Στα 1920 λειτούργησε για λίγα χρόνια, και το παντοπωλείο των αδελφών Κίκιζα, στο νέο σπίτι τους, δίπλα στις γραμμές του τραίνου. Μετά πάροδο πενταετίας περίπου, άφησαν το κατάστημα στο χωριό, καθόσον ο μεγαλύτερος αδελφός τους στην αρχή και μετέπειτα ολόκληρη η οικογένεια, μετανάστευσαν στην Αθήνα, για αναζήτηση καλύτερης τύχης, ανοίγοντας αρχικά παντοπωλείο στην περιοχή του Μεταξουργείου, που ανέπτυξε σύντομα μεγάλη πελατεία. Εκεί με την εργατικότητά τους και το εμπορικό τους δαιμόνιο «έστησαν» τελικά την γνωστή στο Πανελλήνιο και όχι μόνο βιομηχανία ζυμαρικών «Μέλισσα». Το κατάστημα αυτό μέχρι τις αρχές του 1931 πέρασε στα χέρια των συγχωριανών μας Γιάννη Σκλημπόσιου και Χρήστου Σκιντζή, που είχαν συγγένεια μεταξύ τους. Από το 1932 παράτησαν τελικά το παντοπωλείο και ο πρώτος άνοιξε την ταβέρνα στην αγορά του χωριού, που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Σήμερα όμως όλα αποτελούν “παρελθόν” και υπάρχει μόνο το κατάστημα του Κουρβεταρόγιαννη, αλλά και αυτό έχει χάσει πιά την παλιά του αίγλη.
Το «Βαγονέτο» και η ομάδα συντήρησης της γραμμής
Η συντήρηση και η αποκατάσταση των φθορών στο τροχαίο υλικό (βαγόνια, ατμομηχανές, ντηζελάμαξες κλπ) γινόταν από τα κεντρικά συνεργεία στον Αγ. Ιωάννη Ρέντη στον Πειραιά, ενώ στις σιδηροτροχιές του σιδηροδρομικού δικτύου η επισκευή γινόταν επί τόπου από τοπικά συνεργεία. Σε κάθε σταθμό του χωριού από το οποίο περνούσε το τραίνο είχε οργανωθεί από την ιδιοκτήτρια εταιρία της γραμμής (ΣΠΑΠ,ΣΕΚ, ΟΣΕ) μιά «ομάδα» εργατών για το σκοπό αυτό, που ανήκαν οργανικά στην εταιρία αυτή. Στο χωριό η «ομάδα» αποτελείτο από τον προϊστάμενο της ομάδας, τον «αρχιεργάτη» και από άλλα πέντε – έξι άτομα, τους «εργάτες». Ήταν όλοι Μασκλινιώτες. Είχαν αρμοδιότητα επισκευής των σιδηροτροχιών του δικτύου και τον καθαρισμό του χώρου από τα χόρτα και τους θάμνους εκατέρωθεν της γραμμής σε όλο το μήκος της, από το σταθμό του χωριού, μέχρι το Σύρτη. Κάθε πρωί τις εργάσιμες ημέρες τα μέλη της ομάδας συγκεντρώνονταν στο σταθμό με τα καλαθάκια στο χέρι. Περιείχαν το «λημερνό» τους, δηλαδή την ημερήσια διατροφή τους, που είχαν φέρει από το σπίτι τους.
Μόλις συγκεντρώνονταν στο σταθμό σήκωναν το «βαγονέτο» και το τοποθετούσαν πάνω στις βοηθητικές σιδηροτροχιές. Το βαγονέτο ήταν ένα ορθογώνιο όχημα απλής κατασκευής, ύψους εβδομήντα εκατοστών περίπου, με ελεύθερη την επιφάνεια φόρτωσής του, συνολικού εμβαδού πέντε τετραγωνικών μέτρων περίπου. Η επιφάνεια αυτή ήταν προσαρμοσμένη πάνω σε τέσσερεις σιδερένιους τροχούς, που η διάμετρός του καθενός δεν ξεπερνούσε τα εξήντα εκατοστά. Το όχημα αυτό διέθετε και σύστημα πέδησης, για να συγκρατείται και να ελέγχεται η ταχύτητά του, όταν κατηφόριζε προς την κατεύθυνση του Σύρτη.
Κατόπιν έβγαζαν από την αποθήκη όλα τα απαραίτητα εργαλεία που θα χρησιμοποιούσαν κατά την διάρκεια της ημέρας και τα τοποθετούσαν πάνω στην ελεύθερη επιφάνεια του βαγονέτου. Φόρτωναν επίσης, εφόσον ήταν απαραίτητο, καινούριες σιδηροτροχιές και στρωτήρες (τραβέρσες), για να τις μεταφέρουν στο σημείο επισκευής της γραμμής. Ανέβαιναν στη συνέχεια όλα τα άτομα της «ομάδας» στο βαγονέτο με τα καλαθάκια στα χέρια και ξεκινούσαν εποχούμενοι για τον τόπο της εργασίας τους. Παίρνανε την κατηφόρα αψηφώντας τον κίνδυνο, καθώς περνούσαν πάνω στα γεφύρια και μέσα από τα πέτρινα ορύγματα (ντρετσέρες). Αδιαφορούσαν για το πρωϊνό «αγιάζι*» και την παγωνιά το χειμώνα που τους κτυπούσε και τους έκανε να διπλώνονται με τις χλαίνες τους, βάζοντας τα καπέλα τους μέχρι τα αυτιά για να προστατευτούν.
Μόλις έφταναν στο χώρο εργασίας που είχε εντοπίσει και είχε επιλέξει ο αρχιεργάτης από την προηγούμενη ημέρα κατέβαζαν από το βαγονέτο όλα τα υλικά, σήκωναν το βαγονέτο από τις σιδηροτροχιές, το μετέφεραν και το τοποθετούσαν σε σημείο που να μην εμποδίζει την διέλευση των διερχόμενων συρμών. Όταν πλησίαζε κάποιος συρμός ένας από τους εργάτες Λίγο νωρίτερα, πριν πλησιάσει αμαξοστοιχία στο χώρο εργασίας τους ένας από τους εργάτες μετέβαινε διακόσια περίπου μέτρα μακριά από εκεί προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο συρμός. Αυτός ειδοποιούσε με μια κόκκινη σημαία τον μηχανοδηγό για την ύπαρξη του συνεργείου, ώστε να μειώσει την ταχύτητα του συρμού ή και να σταματήσει.
Η ομάδα εργαζόταν μέχρι τις απογευματινές ώρες με μια μικρή διακοπή το μεσημέρι για φαγητό. Νωρίς το απόγευμα άρχιζε να ετοιμάζεται για την επιστροφή στο σταθμό. Φόρτωναν τα εργαλεία πάνω στο βαγονέτο και άρχιζαν όλοι μαζί να το σπρώχνουν στην ανηφορική διαδρομή μέχρι το σταθμό. Η διαδικασία όμως αυτή ήταν πολύ κουραστική, γιατί απαιτούσε περισσή καταβολή δυνάμεων, μετά μάλιστα και από ολοήμερη εργασία της ομάδας. Φθάνοντας στο σταθμό ξεφόρτωναν τα εργαλεία από το βαγονέτο που το τοποθετούσαν στην πρωινή του θέση και τα εργαλεία τα μετέφεραν στην αποθήκη του σταθμού.
Ένας ακόμη εργάτης, ο «φύλακας της γραμμής», μετέβαινε καθημερινά με τα πόδια και ήλεγχε λεπτομερώς όλο το μήκος της διαδρομής από το σταθμό του χωριού μέχρι το Σύρτη, δηλώνοντας την διέλευσή του με την υπογραφή του στα βιβλία που είχαν τοποθετηθεί σε συγκεκριμένα σημεία της διαδρομής. Εφ’ όσον διαπίστωνε φθορές στις σιδηροτροχιές , βραχοπτώσεις κλπ, τις ανέφερε στον προϊστάμενο της ομάδας, τον αρχιεργάτη, που περνούσε σε καθημερινή βάση με το βαγονέτο, για την άμεση αποκατάστασή τους. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι ειδοποιήσεις για τυχόν βλάβες του σιδηροδρομικού δικτύου και για την ώρα της διέλευσης των αμαξοστοιχιών γινόταν με τους τρόπους που αναφέραμε παραπάνω, αφού δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα επικοινωνίας (ασύρματοι, κινητά τηλέφωνα κλπ )την εποχή εκείνη.
Σήμερα το βαγονέτο είναι μόνιμα δεμένο σε μια άκρη του σταθμού, τα εργαλεία φυλάσσονται σε μια άκρη, για να εκτεθούν στο Μουσείο του σιδηροδρόμου που θα στηθεί στους χώρους του Δημοτικού Σχολείου, ενώ από τους εργάτες της «ομάδας» ελάχιστοι είναι ακόμα επιζώντες συνταξιούχοι πιά.
Η συμβολή του τραίνου στην οικονομική ανάπτυξη του χωριού
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1890, μεγάλη ώθηση στην οικιστική, οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη του χωριού μας, έδωσε η κατασκευή και λειτουργία της σιδηροδρομικής σύνδεσης της Αθήνας με την Τρίπολη και την Καλαμάτα, που πέρασε μέσα από το χωριό. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν, πως η ύπαρξη και η εξέλιξη του χωριού μας σε «κεφαλοχώρι» οφείλεται στην διέλευση του σιδηρόδρομου από την περιοχή μας. Ο πρώτος σιδηροδρομικός συρμός πέρασε από το σταθμό του χωριού την 2 Φεβρουαρίου 1892 και το ταξίδι από την Αθήνα ως την Τρίπολη διαρκούσε τότε οκτώ ώρες.
Την εποχή εκείνη ο σιδηρόδρομος συνέβαλε γενικότερα στην ενοποίηση και διεύρυνση της αγοράς και στην περαιτέρω βιομηχανική και γεωργική ανάπτυξη της ανατολικής Αρκαδίας. Η παρουσία του δημιούργησε συνθήκες για την ομογενοποίηση και χωροταξική οργάνωση της περιοχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν τη λειτουργία του σιδηροδρόμου, η μεταφορά αλεύρων και άλλων εδώδιμων και αποικιακών προϊόντων από την Αθήνα στην Τρίπολη στοίχιζε περισσότερο από ότι η μεταφορά τους από το εξωτερικό στον Πειραιά.
Ειδικότερα η δημιουργία σιδηροδρομικού σταθμού στο χωριό μας συνέβαλε αποφασιστικά στην άρση της συγκοινωνιακής απομόνωσης ολόκληρης της περιοχής της Κυνουρίας. Αποτέλεσε κέντρο διακίνησης ανθρώπινου δυναμικού από και προς το χωριό αλλά και προς όλη την γύρω περιοχή. Επίσης διακίνησε εμπορεύματα και αγαθά, εισήγαγε την τεχνολογία, μετέφερε τον Αθηναϊκό τύπο και το ταχυδρομείο από την Τρίπολη, την Καλαμάτα, το Άργος και την Αθήνα. Γενικότερα είχε ευεργετικές επιπτώσεις σε όλο το φάσμα της ζωής των κατοίκων της Βόρειας Κυνουρίας.
Για πολλές δεκαετίες, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν πια το αυτοκίνητο αποτέλεσε το κύριο μέσο μεταφοράς, ο σιδηροδρομικός σταθμός του χωριού μας κατέστη σημείο μεγάλης επιβατικής και εμπορευματικής κίνησης. Καθημερινά οι κάτοικοι του χωριού, μετέβαιναν με το πρώτο πρωινό τραίνο στις γειτονικές μεγάλες πόλεις και την Αθήνα, για την τακτοποίηση των υποθέσεών τους με άνεση και ασφάλεια, και για την αγορά των απαραίτητων αγαθών και επέστρεφαν αυθημερόν ή την επομένη πάλι με το τραίνο στα σπίτια τους. Αλλά και οι επιβάτες του τραίνου οι προερχόμενοι από την Αθήνα και το εξωτερικό, που προορίζοντο για τα γύρω χωριά της Κυνουρίας αποβιβάζοντο στο σταθμό της Μάσκλινας και από εκεί με τα μουλάρια και με αγωγιάτες Μασκλινιώτες κυρίως, οδηγούντο μαζί με τις αποσκευές τους στα χωριά τους. Από την έναρξη λειτουργίας του σιδηρόδρομου δημιουργήθηκε από τους κατοίκους της Μάσκλινας το δευτερεύον επάγγελμα του αγωγιάτη, που πριν από τη λειτουργία του τραίνου ήταν ανύπαρκτο.
Ο συμπατριώτης μας ακαδημαϊκός και συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός σε ένα από τα βιβλία του, την «Ορθοκωστά» αναφέρει χαρακτηριστικά πως ένας ξενιτεμένος από του Καράτουλα, γυρνώντας από την ξενιτειά, έφτασε στην Μάσκλινα με το τραίνο, με δυο – τρεις άλλους Καστρίτες. Εκεί τον περίμεναν Μασκλινέοι αγωγιάτες που τους είχε τηλεγραφήσει εν τω μεταξύ. Τότε δεν υπήρχε αυτοκινητόδρομος προς το Καστρί, αλλά έφτανε μέχρι τα χάνια του Κούλβη. Φόρτωσαν οι αγωγιάτες τα μπαούλα που έφερε ο Καρατουλιάνος σε δέκα τρία !!!!! μουλάρια, καβάλησε και ο γέρος σε ένα άλλο και ξεκίνησαν για του Καράτουλα, μέσω Λαγκάδας και Δραγουνιού.
Για πολλά χρόνια, τις δεκαετίες του 1960 και 1970, «κατοικούσαν» σε φορτηγά βαγόνια, που είχαν μετατρέψει σε καταλύματα, στο σιδηροδρομικό σταθμό, ακόμη και σαράντα τεχνίτες ( γεφυράδες κλπ) των ΣΠΑΠ (ΟΣΕ), για να επισκευάζουν και να συντηρούν τα βαγόνια του τραίνου, τις σιδηροδρομικές γραμμές και τα σιδερένια γεφύρια της γραμμής, που αριθμούν δεκάδες στην ευρύτερη περιοχή. Με την σχεδόν μόνιμη διαμονή τους έδιναν ζωή στο χωριό.
Καθημερινά, πλην της επιβατικής κίνησης, φορτωνόταν και εκφορτωνόταν από το σταθμό στα τραίνα μεγάλος όγκος εμπορευμάτων. Φορτηγά βαγόνια ανοιχτού και κλειστού τύπου στάθμευαν στις γραμμές αναμονής του σταθμού για μέρες και εκεί οι «παστές» ελιές και το λάδι, σε μεγάλες ποσότητες, φορτώνονταν στα βαγόνια, για να μεταφερθούν στις αγορές της Τρίπολης, του Άργους και της Αθήνας, Παράλληλα παντός είδους αγαθά και εμπορεύματα (οικοδομικά υλικά, ξυλεία, οικιακός εξοπλισμός κλπ) ξεφορτώνονταν στο σταθμό, και από εκεί φορτώνονταν στα μουλάρια από τους ίδιους τους κατοίκους και προωθούντο στα σπίτια τους. Εργάτες- αχθοφόροι Μασκλινιώτες μετέφεραν καθημερινά από τα φορτηγά βαγόνια του τραίνου, φορτωμένα στις πλάτες τους τα σακιά, βάρους πενήντα κιλών περίπου, που περιείχαν τσιμέντο, ασβέστη ή γεωργικά λιπάσματα. Τα τοποθετούσαν στις γειτονικές αποθήκες του Κουρβεταρόγιαννη και του Γεωργικού Συνεταιρισμού που βρισκόταν στο διπλανό σπίτι του Κ. Κόκκωνα. Με τα υλικά αυτά οι χωριανοί μας κάλυπταν τις ανάγκες τους. Αλλά και κάτοικοι των γύρω χωριών έρχονταν στο χωριό μας, αγόραζαν τα παραπάνω υλικά και τα μετέφεραν, φορτωμένα στα μουλάρια τους, στον τόπο τους.
